Ονοματολογία


Οπως εύκολα διαπιστώνει κανείς,στις ορολογίες αναφέρουμε δύο ονομασίες: μία εντός και μία εκτός
παρενθέσεως. Η εκτός παρενθέσεως ονομασία είναι εκείνη που χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί και η
εντός παρενθέσεως είναι η επίσημη, η εξελληνισμένη. Η διπλή ονομασία οφείλεται στις βίαιες προ-
σπάθειες εξελληνισμού της ναυτικής διαλέκτου μετά τη σύσταση του Ελληνικού κράτους. Ως τότε
στην Ανατολική Μεσόγειο επικρατούσε η λεγόμενη «λίγκουα φράνκα», που ήταν ένα συνοθύλευμα
κυρίως βενετσιάνικων και ισπανικών όρων με πολλά αραβικά,τουρκικά και δαλματικά στοιχεία.                  Η αναγεννημένη λοιπόν ελληνική ναυτιλία άρχισε σιγά- σιγά να αφομοιώνει την κοινή γλώσσα της
Ανατολικής Μεσογείου,που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πλήρη γλώσσα,όπως σημειώνει ο Α.Ι.
Τζαμτζής στον πρόλογο του βιβλίου του Η.Φ.Κανελόπουλου»Ονοματολόγιον Ιστιοφόρων 1890″
.Δυστυχώς όμως,όπως φαίνεται,η ναυτική ονοματολογία συνδέθηκε με το όλο «γλωσσικό ζήτημα»,
με αποτέλεσμα να επικρατήσει η διγλωσσία και αργότερα το χάος.

ιστιοφόρο,πλοίο

Ιστιοφόρα πλοία στη Σαντορίνη. Χαλκογραφία 1780


Η πρώτη προσπάθεια εξελληνισμού της ναυτικής γλώσσας,ήταν η εκτύπωση ενός μικρού βιβλίου με
τίτλο»Τα χρέη του πλοιάρχου και των υπ’ αυτόν αξιωματικών και υπαξιωματικών»,που τυπώθηκε
στην Αίγινα το 1830.Σ’αυτό φαίνεται καθαρά η προσπάθεια αντικατάστασης ορισμένων όρων της
καθομιλουμένης μ ε άλλους εξελληνισμέ νους.Το Σεπτέμβριο του 1840 το «ναυτικών διευθυντήριον»
(ο ναύσταθμος) υπέβαλε στην «ναυτικών γραμματεία» ένα πίνακα με υλικά,που ήταν αποθηκευμένα
στο ναύσταθμο.Η γραμματεία τον απέρριψε με απάντηση «η σύνταξις τεχνικών όρων δεν είναι ούτε
εύκολος,ούτε έργο του τυχόντος».Οι εξελληνιστές όμως επιμένουν και το Διευθυντήριο στέλνει ξανά
την «ονοματοθεσίαν» πιο βελτίωμένη με την παρατήρηση «αντί μιάς ξένης βαρβάρου και ακαταλλή
-λου ονομασίας ,προτιμομένη η ελληνική,έστω και μη εντελώς ορθής»

ιστιοφόρα,θεσσαλονίκη

Ιστιοφόρα πλοία στό λιμάνι της Θεσσαλονίκης 1915

.  Στις 19/6/1856 ο υπουργός Αθ. Μιαούλης γιός του ναυάρχου συνέστησε επιτροπή από τους
πλοιάρχους Γ τάξεως ,Α.Παλάσκα και Αλ.Κουμελά και τον καθηγητή πανεπιστημίου Φίλιππο
Ιωάννου,για τη σύνταξη του ναυτικού ονοματολογίου.Η επιτροπή παρουσίασε τη δουλειά της μετά
από δύο χρόνια και η πρώτη έκδοση του ναυτικού ονοματολογίου έγινε το 1858 με 72 σελίδες και
1882 όρους.Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε από το βασιλικό τυπογραφείο και περιείχε το διάταγμα»περί πα ραδοχής» του ναυτικού ονοματολογίου και υπογραφόταν από τη βασίλισσα Αμαλία. Περιείχε
ακόμη την 4037 διαταγή του «επί των Ναυτικών Υπουργείου» και απευθυνόταν «προς απάσας τας
ναυτικάς αρχάς».

ιστιοφόρα,ρόδος

Ιστιοφόρα πλοία με σταυρώσεις στη Ρόδο Χαλκογραφία 1782


Από τότε αρχίζει η περιπέτεια της ναυτικής γλώσσας,που άλλα κελεύσματα άκουγαν οι ναυτικοί, τα οποία βέβαια δεν καταλάβαιναν,και άλλα εκτελούσαν,αφού ασφαλώς άλλα εγνώριζαν. Οπως μάλιστα αναφέρει κάποιος με υπογραφή «Πρωτεσίλαος», το τι έγινε στην πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του νέου ονοματολογίου,δεν θα μπορούσε ποτέ κανείς να φανταστεί: «…άλλα ενώ διέτασσε το Υπουργείον ,το κατώτερον προσωπικόν των πληρωμάτων των πλοίων άλλας βουλάς είχε.»Τζώρηδες,αρβανίτες με αφάνταστη χονδροκεφαλιά δεν μπορούσαν να κρατήσουν στην κόκα τους λογιωτατισμούς του νέου επισήμου ονοματολογίου και να γίνουν αρχαιοπρεπείς…» και συνεχίζει παρουσιάζοντας όρους, τους οποίους άκουγαν αλλά,άλλα αποστήθιζαν Ετσι ο «ανέκτης»(σχοινί εξαρτισμού) γινόταν «ανέστης»,ο «στηθιούχος»(άλλο σχοινί του εξαρτισμού) γινόταν «στηθούχος»»κέλης» (η βάρκα του κυβερνήτη) γινόταν «γκελης»,»ίσως από την αλβανική διάλεκτο όπου η λέξις σημαίνει κόκορα»,ο «πτυχιούχος» γινόταν «πετυχιούχος», ο»οικιαστής» «τσαπιστής»,ο «έκφορος» «έμφορας» και ο ύ παρχος «έπαρχος.

ιστιοφόρα,Θάσος

Ιστιοφόρα στο λιμάνι της Θάσου .Χαλκογραφία 1832

«Ετσι λοιπόν ξεκίνησε το «Αμαλία» «πάσιν ιστίοις» στο Σαρωνικό.Ο Παλάσκας δίνει το πρώτο παράγγελμα:»Ετοιμοι προς αναστροφήν»,όλοι θυμήθηκαν όπως αναφέρει ο Πωτεσίλαος το «όρτσα λαμπάντα» δηλαδή να γυρίσει το πλοίο.Το δεύτερο παράγγελμα ήταν: «Άγε δη» που σύμφωνα με το νέο κανονισμό δινόταν όταν επρόκειτο να γίνουν πολλές κινήσεις.Αν και τους είχε εξηγηθεί πολλές φορές δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Επρεπε λοιπόν να αναλυθεί δίνοντας στο πλήρωμα λεπτομερή παραγγέλματα. Από τη γέφυρα λοιπόν άρχισε να εξηγείται το «άγε δη» με λεπτομέρεια:»Αρτέμονας έα»,»κάτω τον οίακα»,»την κέρκον αντίβαλε». Αλλά και αυτά τα επεξηγηματικά παραγγέλματα μεγαλύτερη σύγχυση έφεραν και ο καθένας από το πλήρωμα ρώταγε το διπλανό του:»Τσε θοτ ρε;» (τι λέει ρε;). Ο ύπαρχος βλέποντας τον κίνδυνο απευθύνθηκε στον κυβερνήτη σε άπταιστη καθαρεύουσα με την ιστορική φράση:»Σύγχυσις γλωσσών και ιδεών κύριε κυβερνήτα. Ερμηνέυσω ουν Αλβανιστί !».Οπως και έγινε κι έτσι σώθηκε η κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά όμως οι θιασώτες του εξελληνισμού της ναυτικής γλώσσας επέμεναν με αποτέλεσμα ο ναύτης του εμπορικού ναυτικού να χρησιμοποιεί το «κοινοβαρβα-ρικόν ονοματολόγιον» και ο νάυτης του πολεμικού το εξελληνισμένο. Ετσι ο ναυτικός όταν «αρμένιζε λασκάδα»,έπρεπε στο ημερολόγιο να γράψει «ευφορούμεν»,όταν έφτιαχνε «γάσες»(αγκύλη στην άκρη του σχοινιού) κατασκεύαζε «κεστρωτάς αγκύλας»,όταν ήθελε να ζητήσει σπάγκο,ζητούσε «μέρμιθον»,το «πινό» του πικιού (αντένα) το έγραφε «τέθρον του κέρατος και τη «νιτσεράδα» «κηρωτό μανδύα».Ετσι λοιπόν επεκράτησε η διγλωσσία και με τη χρήση του ατμού και αργότερα του πετρελαίου η πολυγλωσσία,αυτή επικρατεί μέχρι σήμερα.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *