Έρευνα του Παναγιώτη Κουλουμπή

H Aγνωστη Ιστορία Τoυ Συριανου Καρναγιου Και Των Ενδοξων Εργατών

Η ΣΥΡΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΜΕΡΗ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΑΚΤΟΠΛΟΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΚΟΤΕΡΑ ΜΕΡΗ ΠΟΥ ΑΝΘΗΣΕ Η ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΩΝ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΧΑΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΡΣΑΝΑ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ ΠΟΥ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ
ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΕ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΠΟΥ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΝ ΚΑΙ ΜΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΚΛΗΡΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΟΡΥΘΜΗ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΤΑΡΣΑΝΑΔΕΣ. ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΣΥΡΙΑΝΟΙ ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΟΙ.

Διαβάστε αυτό το μοναδικό άρθρο και έρευνα που πουθενά αλλού δεν θα βρείτε με την ιστορία της ναυπηγικής στους Ταρσανάδες της Σύρου. Μια ερευνά που κάθε Συριανός και Νησιώτης θα πρέπει να διαβάσει και να ξέρει καλά. Μια Ιστορία που θα έπρεπε να μιλιέται και να αναμεταδίδεται από στόμα σε στόμα για να μην χαθεί και να διδάσκεται στα σχολεία.Ο Ταρσανάς ή Αρσανάς η Καρναγιο ή Καρενάγιο είναι δημώδης όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας βυζαντινοτουρκικής προέλευσης. (Η Λεξη «δημώδης» είναι λεξη βυζαντινή και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή που ειναι γραμμένη σε μη λόγια γλώσσα.) Με τον όρο αυτό νοούνται κυρίως μικρές ναυπηγικές μονάδες και νεώρια στα οποία ανελκύονται μικρά σκάφη συνήθως αλιευτικά και λέμβοι για καθαρισμούς, υφαλοχρωματισμούς αλλά και φύλαξη. Με την πάροδο του χρόνου, οι παραπάνω χώροι, από μικροεπισκευαστικές ζώνες μετατράπηκαν σε χώρους ναυπήγησης μεγαλύτερων σκαφών.
Η ναυπηγική τέχνη, τόσο παλιά όσο κι ο κόσμος, άκμασε στη Σύρο από τα χρόνια των πρώτων κάτοικων που ήρθαν ως μετανάστες η πρόσφυγες στο νησί. Ο λόγος ήταν απλός Οι άνθρωποι αυτή ήταν κλασικοί καραβομαραγκοί και στα μέρη που είχαν ζήσει. Σάμος. Χίος. Ψαρά, , τις Κυδωνίες και τη Σμύρνη. Μικρά Ασία κτλ. Στην Σύρο λοιπόν η τέχνη αυτή αναγεννήθηκε βασικώς ως αναγκαιότητα τον 18ο αιώνα. Οι νησιώτες, αρνούμενοι για αιώνες τη θάλασσα από το φόβο των πειρατών και το δέος του αγνώστου, ξαναεπιστρέφουν και αφήνονται στην κουβαλήτρα περιπέτειά της.Η ξυλοναυπηγική είναι μια τέχνη που κρατά από την ίδρυση περίπου της Ερμούπολης, όταν μετά την επανάσταση του 1821, η Σύρος έγινε το κύριο εμπορικό κέντρο της Ελλάδας με τα πιο δραστήρια ναυπηγεία. Λίγα χρόνια πριν από το 1830, μερικοί από τους καινούργιους κατοίκους του νησιού άνοιξαν τα πρώτα ναυπηγεία. Στη δεκαετία του 1830-1840 η ναυπηγική τέχνη στη Σύρο αναπτύχθηκε ραγδαία, εξαιτίας της άνθισης των νέων εμπορικών δραστηριοτήτων.
Από το 1827 μέχρι το 1834 ναυπηγήθηκαν στη Σύρο πάνω από 260 πλοία. Η ζωτικότητα του νησιού ήταν τέτοια, που σε περίοδο 50 χρόνων (1834-1880) είχαν εγγραφεί στο νηολόγιό του 5.600 πλοία περίπου, τα περισσότερα τοπικής κατασκευής. Τα πλοία αυτά είχαν 20.000 περίπου άνδρες ως πληρώματα, απ’ όλη την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο, αν υπολογίσουμε το προσωπικό τους σε 8 άτομα, κατά μέσον όρο.
Έτσι, στα 1850, από το σύνολο των 7.650 ατόμων που αποτελούσαν τον πληθυσμό της Ερμούπολης, τα 1.000 απασχολούνταν στα ναυπηγεία. Εκεί επίσης εργάζονταν και εργάτες προερχόμενοι από τα γύρω νησιά. Χαρακτηριστικό των εργατών αυτών ήταν ότι παρείχαν εξειδικευμένη εργασία: Σιδηρουργοί, ξυλέμποροι, καλαφάτες, πριονιστές, αρμαδούροι, κατασκευαστές μακαράδων, σχοινιών, ξοάνων, καραβόπανων, αλλά και των διαφόρων εξαρτημάτων των πλοίων (πυξίδες, φανοί, σημαίες κλπ).
Μέχρι το 1880, η ναυτική ανάπτυξη της Σύρου ήταν αφάνταστα μεγάλη και της προσέδωσε διεθνή ακτινοβολία, ενώ στην Ελλάδα πασίγνωστα ήταν τα τρεχαντήρια, τα περάματα και λίγο αργότερα τα ατμόπλοιά της. Ήταν το πρώτο λιμάνι της Ελλάδας, όπου κατασκευάστηκαν τα 8/10 των πλοίων της ιστιοφόρου ναυτιλίας, κατάμεστο από μεγάλα και μικρά ιστιοφόρα πλοία, που σχημάτιζαν πολλές φορές δυο σειρές στην παραλία. Οι δε ιστοί και οι σημαίες τους σχημάτιζαν πραγματικό δάσος.
Τα πρώτα σημάδια παρακμής της ξυλοναυπηγικής στη Σύρο εμφανίστηκαν στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η Σύρος έπαψε πια να αποτελεί το πρώτο λιμάνι τα χώρας και τα ξύλινα ιστιοφόρα έχαναν διαρκώς έδαφος ως προς την ανταγωνιστικότητά τους με τα ατμοκίνητα ξύλινα και στη συνέχεια σιδερένια σκάφη. Παρ’ ότι στα 1850 και 1853 έγιναν οι πρώτες απόπειρες μετασκευής και ναυπήγησης ξύλινων ατμόπλοιων και το 1893 κατασκευάστηκε το πρώτο σιδερένιο, ο τεχνικός εκσυγχρονισμός όχι μόνο δεν εδραιώθηκε στα ναυπηγεία του νησιού, αλλά αντίθετα ο αριθμός των πλοίων που κατασκευάζονταν άρχισε να μειώνεται χρόνο με το χρόνο. Η παρακμή της ξυλοναυπηγικής συνεχίστηκε σταδιακά ως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πραγματικός μαρασμός, όμως, άρχισε μετά τον πόλεμο για να καταλήξουμε στις μέρες μας στην επιβίωση μικρών ναυπηγείων, όπου πραγματοποιούνται, κατά κύριο λόγο, επισκευαστικές εργασίες. Έτσι, δυστυχώς, η τέχνη της παραδοσιακής ναυπηγικής σιγά-σιγά εξαφανίζεται και μαζί της χάνονται και τα τελευταία της δείγματα.Οι περιοχές που οργανώθηκαν οι ταρσανάδες στην Σύρο αλλά και γενικότερα στα μέρη όπου η τέχνη αναπτήχθηκε ηταν μικρολίμανα θαλασσινών οικισμών ή προσήνεμοι κολπισκοι. Στην Σύρο η περιοχή των ταρσαναδων αρχιζε από εκεί που παλαιοτερα ήταν το δημοτικο σφαγειο και εφτανε ως εκεί που βρικσεται σήμερα το σουπερ μαρκετ του Μαρινοπουλου. Σε αλλά νησια όπου υπηρχαν δαση η κοντα δασωμένες περιοχές, επίσης στηνοντας ταρσαναδες ευλογα για την ευκολία της ξύλευσης. Είναι ορατά ακόμα τα ίχνη από τους λεγόμενους «σύρτες», στα δάση. Ίχνη από γδαρμένα μονοπάτια παράλληλα με τις διευθύνσεις των χειμάρρων ή διασχίζοντα απότομες κατηφοριές προς τη θάλασσα. Οι σύρτες ήταν οι δρόμοι των βουνών. Των πευκίτικων κορμών, που εργάτες έμπειροι στην τέχνη του μπαλτά «ξεγύριζαν» τους φρεσκοκομμένους κορμούς, τετραγωνίζοντας το κοίλο σχήμα τους.
Για την κατασκευη σκαφων συνηθως χρειαζεται ξυλο πευκου η κυπαρισιου. Ειναι σκληρα ξυλα αλλα και καθαρα και εχουν το ρετσινι που ειναι φυσικο υλικο κατα της αλμυρας.
Στην Σύρο οι καραβομαραγκοι και καραβοιτεχνητες χρησιμοποιούσαν συνήθως τα πευκα της Σαμου. Ερχοταν ολόκληρες καραβιες με αυτά και ξεφωρτωναν στον ταρσανα τους ακατεργαστους κορμους. Το πευκο ακόμα και σήμερα θεωρειτε το καλυτερο ξυλο για την ναυοπηγηκη.
Τα πεύκα της Σάμου με τις χοντρές διακλαδώσεις παρείχαν έτοιμα τα στραβόξυλα για τις πόστες κι ένα ξύλο άσηπο, ποτισμένο με ρετσίνι, ανθεκτικό και υπάκουο. Το ρετσίνι ανέβαζε την κατασκευαστική ποιότητα της τραχείας πεύκης της Σάμου, που ήταν περιζήτητη και τροφοδοτούσε όλα σχεδόν τα ναυπηγεία της Ελλάδας.
Ο ταρσανάς ήταν ένας χώρος με τους δικούς του κώδικες, τη δική του ιδιαίτερη γλώσσα. Αποτελούσε ζωτικό κομμάτι της τοπικής κοινωνίας με τους καημούς του, τους πόνους του, το μεγαλείο του, τους εξευτελισμούς του, τις φοβέρες και τις χαρές του. Στον ταρσανά διδασκόταν η υπευθυνότητα του τεχνίτη. Κι αυτοί οι καραβοτεχνίτες υπήρξαν από τους πιο υπεύθυνους ανθρώπους που γεννιούνται στη γη. Σήκωναν την ευθύνη της ζωής και του θανάτου, τη δοκιμασία της θάλασσας που περίμενε να κρίνει την αντοχή των σκαριών τους, περνώντας τα από σαράντα κύματα. Και τότε βοηθός είναι ο Θεός, μαζί με τα ξόρκια του κακού. Οι ναυπηγοί ήταν προληπτικοί. Όταν σκάρωναν την καρίνα και τα ποδοστάματα, έπρεπε να καρφωθεί ένας πάσσαλος κόντρα στο πλωριό ποδόσταμο, για να συγκρατεί τον σκελετό. Αυτός που κάρφωνε τον πάσσαλο έπρεπε να έχει τον ήλιο καταπρόσωπο, να μην του ρίχνει τη σκιά του. Θεωρούνταν μεγάλη κακοσημαδιά να καρφώσει τον ίσκιο του στο σκαρωμένο σκάφος. Ποτέ δεν πήγε καλά το καϊκι μ έναν καρφωμένο ίσκιο ανθρώπου κατάπλωρα. Όταν βούλιαζαν περισσότερα από δύο καϊκια του ίδιου πρωτομάστορα λέγανε πως είχε φαρμακωμένο σκεπάρνι, γι αυτό στο επόμενο σκαρί του, την πρώτη σκεπαρνιά την έριχνε άλλος, γουρλής πρωτομάστορας. Οι μαστόροι βλαστημούσανε άγρια την ώρα της αναποδιάς. Τη μόνη βλαστήμια που δεν ξεστόμιζαν ποτέ ήταν το «άντε πνίξου». Αυτή η κατάρα δεν ξεστομίζεται ποτέ στα θαλασσοχώρια.Στο ταρσανά
Η δουλειά στον ταρσανά ήταν σκληρή και βαριά. Μόχθος και πόνος το χειροπρίονο, η σκεπαρνιά, το ροκάνι, το σκυφτό πελέκημα πάνω από τον μούρσο. Ο ταρσανάς ήταν η καραβάνα που έθρεψε τον κοσμάκη ως τη δεκαετία του 1960. Το καταφύγιο ενός εργατικού λαού, που συνέθετε μια αλυσίδα επαγγελμάτων με βασικές αλληλεξαρτήσεις. Υλοτόμοι, μουλαράδες, μπαλτατζήδες, καραβομαραγκοί, καραβοκύρηδες, καπεταναίοι, ψαράδες, καϊκτσήδες, καλφάδες, έμποροι. Αιώνες αυτός ο σύνδεσμος επαγγελμάτων χάριζε μια ζωτική κινητικότητα στο νησί, διαμορφώνοντας την ιδιαίτερη τοπική ιστορία και οικονομία. Τα σκάφη που τελείωναν στον ταρσανά επανδρώνονταν συνήθως από τους ίδιους τους καραβομαραγκούς, που ήταν συγχρόνως μαστόροι και ναυτικοί.
Τα περισσότερα σκαριά που ναυπηγήθηκαν στους ταρσανάδες της Σύρου ήταν τρεχαντήρια, περάματα, καραβόσκαρα, βαρκαλάδες και ανεμότρατες. Απ την πρώτη δεκαετία μετά τον πόλεμο, η κυριαρχία των μεγάλων ξύλινων σκαφών ξεπέφτει. Ένα ένα τα μεγάλα παραδοσιακά ξύλινα σκαριά εξαφανίζονται. Οι ταρσανάδες ως τη δεκαετία του 1960 επιβιώνουν με παραγγελίες ψαράδικων, τρεχαντηριών, τρατών, με μπότηδες και βάρκες. Η δόξα του ταρσανά καρατάει λίγο ακόμα. Μικρά κομψά καϊκια πέφτουν στη θάλασσα ως τη δεκαετία του 1970. Η καθέλκυση του τελειωμένου σκαριού είναι η πραγματική δόξα και γιορτή του ταρσανά. Τα «γκτήματα», απ το σκουντώ, σήμαιναν εκτός από το βάφτισμα της καθέλκυσης, πράξη και τελετή εξαγνισμού και μισεμού, με τις ψαλμωδίες, τις ευχές του αγιασμού, τα μουσικά όργανα, το γλέντι του ναυτόκοσμου. Το τελειωμένο σκάφος πάνω στα βάζια, με τα στρωμένα φαλάγγια στο πέρασμά του, τα σόκορα δεμένα πάνω του κι όλα στη θέση τους σφίνες, τάκοι, καραμάνια και χέρια, πολλά χέρια. Κύριο πρόσταγμα το «λάσκα» και «βίρα». «Νέτα» και «αγάντα». «Ίσα» και «κάργα». «Δώσε ντάνο», «μάινα» και «βάρδα». Και η τελευταία προσταγή, «φόρα βόλτα».
Το σόκορο λύνεται. Το σκάφος χύνεται σαν χέλι στη θάλασσα. Λένε πως την ώρα που γλιστράει κάνει ένα περίεργο τρίξιμο. Είναι το μήνυμα του σκαριού στον πρωτομάστορά του. Τον κλάνει, λένε. Του λέει «δεν σ έχω ανάγκη πια. Λευτερώθηκα από τα χέρια σου. Ανήκω στη θάλασσα. Βρήκα τον προορισμό μου». Το καϊκι είναι πια ζωντανή ύπαρξη, με θέση ανάμεσα στα θαλασσινά πλάσματα. Απόκτησε υπόσταση και ψυχή. Μ αυτόν τον τρόπο έπεσαν αναρίθμητα σκαριά από τους ταρσανάδες της Σύρου, που το καθένα μαρτυρούσε με την αρμονία των γραμμών του την ξεχωριστή προσωπικότητα του μάστορά του. Είχε την αμίλητη φωνή που διαλαλούσε τη χάρη, το μεράκι και την καλλιτεχνική ευαισθησία του ασπούδαχτου τεχνίτη που το έχτισε.
ΕΝΑ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ – ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΩΝ ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΩΝKαρνάγιο ή Καρενάγιο. (Όρος που επικράτησε στις ενετοκρατούμενες περιοχές)
Χώρος, (τμήματα αιγιαλού εντός λιμένων ή όρμων), επισκευής της καρένας, (καρίνας), μικρών πλοίων. Τοποθεσία φυσική, με ομαλή κλίση, όπου παρέχει τη δυνατότητα ανέλκυσης και καθέλκυσης μικρών σκαφών, (κυρίως ξύλινων), για εργασίες «καρναγιαρίσματος», όπως: υφαλοκαθαρισμό, υφαλοχρωματισμό, καλαφάτισμα, παλάμισμα κ.ά.
Καρίνα ή Καρένα. Το κατώτερο τμήμα πλοίου ή βάρκας – κέλυφος – καρύινος = αυτός που μοιάζει με καρυδότσουφλο.
Όποια σκάφη ήταν μεγάλα και δεν μπορούσε να γίνει ανέλκυση, οι εργασίες καριναρίσματος ή στεγανοποίησης , γινόταν εντός της θαλάσσης. Αφού βάραιναν, έγερναν, έδεναν και στερέωναν το κατάρτι και το σκάφος προς τη μία πλευρά, ( με σχοινιά τα οποία τραβούσαν άνθρωποι οι οποίοι βρισκόταν σε άλλα πλοιάρια ή στη στεριά, με τρόπο ώστε να εμφανιστούν εκτός νερού τα ύφαλα της άλλης), άρχιζαν τις εργασίες που ήταν οι:
Το καθάρισμα της γάστρας.
Άνοιγμα και καθάρισμα των αρμών, (με τη ματσόλα).
Γέμισμα αρμών με ξασμένο μαλλί.
Επάλειψη αρμών με πίσσα, (με τις μαλαστούφες).
Ταρσανάς ή Αρσανάς – (Ταρσανάδες)
(Όρος που επικράτησε στις τουρκοκρατούμενες περιοχές)
Ναυπηγείο για μικρά πλοία, μικρός ναύσταθμος – αποβάθρα.
Ταρσανατζήδες
Οι ναυτεργάτες που ασχολούνται στον ταρσανά και η σειρά των εργασιών κατασκευής ενος σκάφους:
Σχεδιασμός του «σκαριού», (σάλα, κλίμακα 1/20inc).
Κανονικός σχεδιασμός σκάφους στο έδαφος, (επί πραγματικών διαστάσεων).
Διαμόρφωση σκελετού, (χνάρια).
Σημάδεμα με τα χνάρια για να βγούνε οι σκαρμοί.
Επικάλυψη, «πέτσωμα», του σκελετού.
Τοποθέτηση , «κουβουτσιού, τιμονιού και άλμπουρου».
Καλαφάτισμα, στεγανοποίηση, βάψιμο.
Για την επίτευξη του ανωτέρου σκοπού, δούλευαν:
Υλοτόμοι, μεταφορείς των ξύλων, (με μουλάρια παλαιά)
Καραβομαραγκοί
Απλατζήδες, (αυτοί που ασχολούνται με το πλάνιασμα, τη λείανση των ξύλων)
Πριονιστές
Τρυπανάδες
Χαλκιάδες (αυτοί που έφτιαχναν τα καρφιά, τα σίδερα)
Ξυλουργοί, μαραγκοί.
Καλαφάτες
Ξυλογλύπτες
Κατασκευαστές κουπιών
Ιστών
Σχοινιών
Τροχαλιών (μακαράδων)
Ζωγράφοι
Γλύπτες
Διακοσμητές
Βαφείς
Τα ξύλα ήταν από πεύκο ή κυπαρίσσι και γινόταν επιμελής χρήση ξύλων, για τα διάφορα μέρη του σκάφους, (βρεχόμενα ή μη ή πολύ εκτεθειμένα στον ήλιο).
Τα καρφιά τα έφτιαχναν οι χαλκιάδες και ήταν σιδερένια, αλλά στην πορεία, βιομηχανικά ψευδαργυρωμένα.
Για την ανέλκυση/καθέλκυση του πλοίου, άλειφαν το κάτω μέρος αυτού, με λίπος και οξύ ή λεμόνι, για να γλιστράει και να είναι πιο εύκολη η προσπάθεια, (σήμερα με γράσο).
Καραβομαραγκοί
Τα βασικά εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν:
Το σκεπαρνιά, σκύλα, με τζίτζκα, η κατσούνα.
Η σμίνη.
Ο τζινιαδόρος.
Το προκοτρύπανο.
Το τζαβετοτρύπανο.
Το πετσοτρύπανο.
Το πασταγκούλο.
Το κινίσι.
Η Αρίδα.
Η καροβίδα.
Ο καράβολας.
Το στενοστραβοκόκανο.
Το «μπισκί ή πισκί», χειροκίνητη πριονοκορδέλα και στην πορεία πριονοκορδέλα.
Ροκάνια ή χειροπλάνες, (πλατιά ή λεπτά), σήμερα υπάρχουν οι πλάνες.
Η «ρίνη», όπου στη θέση της σήμερα υπάρχει το τριβείο.
Η σβούρα.
Το πριόνι χεριού, σήμερα υπάρχει το ηλεκτρικό.
Το τρυπάνι χεριού, σήμερα υπάρχει το ηλεκτρικό.
Οι σημαδούρες.
Νήμα της στάθμης.
Σκαρπέλα διαφόρων μεγεθών.
Καλαφάτες
(καλαφάτισμα, στεγανοποίηση σκάφους)
Με το καλαφάτισμα φράζονται οι αρμοί, οι οποίοι δημιουργούνται μεταξύ των σανιδιών του πετσώματος και της κουβέρτας του καταστρώματος.Εργαλεία που χρησιμοποιούν:
Ματσόλα, (ξύλινο δικέφαλο σφυρί).
Σειρά κοπιδιών.
Σιδερένιες σφήνες, (διαφόρων μεγεθών).
Κανάβι ή κάνναβη ή βαμβακερό στουπί.
Πίσσα στα ύφαλα, (επάλειψη των επιφανειών που βρίσκονται κάτω από το νερό, όταν πλέει το σκάφος).
Στόκος στα έξαλα, (επάλειψη των επιφανειών που βρίσκονται πάνω από το νερό, όταν πλέει το σκάφος).
Βαφείς
Απλές μπογιές για τα έξαλα και «μοράβια».
Κατράμι παλαιότερα για τα ύφαλα.
Συντήρηση
Κάψιμο του ξύλου, αφαίρεση παλαιού χρώματος.
Ξυλοναυπηγοί
Η διαδικασία κατασκευής ενός σκάφους, στα παραδοσιακά καρνάγια ή ταρσανάδες – Παραδοσιακά όργανα.
Επιλογή ξύλων ή κορμών, (συνήθως από τον ίδιο τον καραβομαραγκό), το μέτρημα με μετροταινία ή λέντζα, (ειδικά διαμορφωμένο με κόμπους ή χαραγμένο με διαφορετικά χρώματα, σχοινί). (Εργαλεία μέτρησης ήταν και το νήμα της στάθμης με το βαρίδι για κάθετη χάραξη και για οριζόντια η στάφνη, (ράμμα), τα οποία αν εμποτιζόταν με λουλάκι, άφηναν τα ίχνη επί των ξύλων και έτσι γινόταν εύκολη η χάραξη ευθειών και παραλλήλων γραμμών πάνω σε κυρτές επιφάνειες, καθώς επίσης και η γωνία).
Σκαλωσιές ή γαϊδάρες, στερέωσης του ξύλου ή καλαφάτη, όπως ονομάζονταν.
Σιδερένια συνδετικά στοιχεία, τα τζινέτια, με τα οποία γινόταν η στερέωση των ξύλων, επάνω στις γαϊδάρες.
Κάθετη κοπή των ξύλων με πριόνι, κουργιαστί ή καρμανιόλα, (σήμερα υπάρχουν τα αλυσοπρίονα), χειροκίνητο το οποίο το χειρίζονταν δύο άτομα.
Επίσης υπήρχε και το πεσκί ή πισκί, για ειδικό κόψιμο των ξύλων, εργαλείο το οποίο χειριζόταν πάλι δύο άτομα, το Ξεγυριστάρι, το Κουραστάρι και μία σειρά αποτελούμενη από μικρότερα πριόνια, όπως ο σβανάς, μορφή σημερινής σέγας και το τσεκούρι που το έλεγαν μπαλτά.
Η σκεπαρνιά σε διάφορες παραλλαγές και μεγέθη.
Οι πλάνες και τα ροκάνια, όπως πάνιστρο , (το μεγαλύτερο) και άλλα πιο μικρά μονά ή διπλά ανάλογα με το μέγεθος της λεπίδας ή την ειδική λειτουργία, το παστράγκωνο.
Υπήρχαν επίσης τα σκαρπέλα με πεπλατυσμένο άκρο και οι σμίλες με κυρτή εμπρόσθια επιφάνεια, για διάνοιξη τρυπών.
Τρυπάνια διαφόρων μεγεθών με τα πιο μακριά να ονομάζονται, αρίδες ή τριβέλια, καθώς και το χειροτρύπανο ή ματάκι.
Οι ράσπες.
Τα σφυριά, με διαφορετικές λαβές και κεφαλές, όπως οι ζουμπάδες, οι βαριές ή βαριοπούλες και το μεγάλο ξύλινο ματσόλα. Χαρακτηριστικό εργαλείο ναυπηγικής ήταν και η μάτσα με πεπλατυσμένο το ένα άκρο και διχαλωτό το άλλο για εξαγωγή καρφιών, αλλά και κοφτερό σαν σκεπάρνι.
Σφικτήρες ξύλων διαφόρων ειδών με βίδες ή χωρίς και ένα είδος ήταν το γκαβίδι ή νταβίδι.
Μικρότερα εργαλεία τα οποία συνηθίζονταν και στους ξυλουργούς, όπως π.χ. η τανάλια κ.λπ.
Όργανα
Έχουμε τα χνάρια.
Τα μοδέλα.
Το κουμπάσο, (είδος διαβήτη).
Η στέλλα, (για την κλίση στους αρμούς).
Πολλά από τα εργαλεία, είναι όμοια με τα του μαραγκού ή ξυλουργού, του κατασκευαστή στεγών και του καροποιού.
Καλαφάτης
Η στεγανοποίηση του περιβλήματος-πέτσωμα και του καταστρώματος, με τοποθέτηση παρεμβύσματος ανάμεσα στα μαδέρια, ήταν κυρίως δουλειά του καλαφάτη.
Εργαλεία του ήταν τα «καλαφατικά» και το ξύλινο σφυρί ή ματσόλα. Το υλικό που χρησιμοποιούσε για το καλαφάτισμα ήταν μαλλί ή στουπί καλαφατίσματος, το οποίο στρίβοντάς το, προσέδιδαν σχήμα κορδονιού και μεταγενέστερα ειδικό βαμβακερό κορδόνι καλαφατίσματος.
Με τον όρο καλαφατικά εννοούσαν μία σειρά από εργαλεία, ένα είδος μικρών καλεμιών.
Το κοφτερό.
Την παρέλα.
Το διπλό.
Το φαρδύ.
Το στενάκι.
Καρναγιέρης
Τα βάζα, (δύο επιμήκη παράλληλα ξύλα, όπου κάθεται ο πυθμένας του πλοίου.
Οι σχάρες, (πάνω στις οποίες ακουμπούσαν τα βάζα).
Τα φαλάγγια, (χοντρά ξύλα εγκάρσια τοποθετημένα, με επάλειψη λίπους, για να γλιστράνε τα βάζα στη ξηρά).
Οι γρύλοι.
Οι τάκοι.
Τα μπουντέλια, (ξύλα στερέωσης του σκάφους στη ξηρά, αφού αφαιρούσαν τα βάζα).
Οι εργάτες, (χειροκίνητα βίντζια, με κατακόρυφο άξονα από ξύλο, ιδιοκατασκευή του ναυπηγείου).
Για μεγαλύτερα πλοία που δεν ήταν δυνατή η ανέλκυση, χρησιμοποιούσαν ειδικές σχάρες τα σάλια, οι οποίες τοποθετούντο κάτω από το πλοίο, συρόταν ως τα ρηχά και με τον κατάλληλο πλαγιασμό του σκάφους, τελούντο εναλλάξ αμφιπλεύρως, οι εργασίες συντήρησης.
Για το, (καρινάρω, καρινάρισμα = καρνάγιο), χρησιμοποιούταν και τα:
Καμινέτα, (για κάψιμο των χρωμάτων).
Ξύστρες.
Βούρτσες.
ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΙ ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΟΙ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ. Επιγραμματικα.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΖΟΥΛΟΥΦΟΣ
Ο Μανώλης Ζουλουφός γεννήθηκε στην Σύρο το 1947. Δεύτερης γενιάς καραβομαραγκός και ο Καλύμνιος πατέρας του, Μιχάλης (ή Καλίο), αποτέλεσε την πρώτη γενιά με δραστηριότητα από το 1930 στο Λαφάσι, Καλύμνου και ήρθε στην Σύρο το 1935 και εργάστηκε με τους μάστορες Αδερφούς Μαυρίκους και μαστρο-Λευτέρη Ρολογά.
Ο μαστρο-Μανώλης θήτευσε κοντά στον μαστρο-Γιάννη Ζώρζο, από το 1959, και για 6 έτη. Κατασκεύασε την πρώτη του βάρκα το 1962, μπροστά από το πατρικό του σπίτι στη Νεάπολη, και τη δεύτερη το 1964, η οποία πωλήθηκε στην Αντίπαρο.
Ναυτικός για αρκετά χρόνια, στα στεριανά διαλλείματα του εργαζόταν με τον μαστρο-Ζαννή Βλάμη, μαθητή του μαστρο-Λευτέρη Ρολογά, και ολοκληρώθηκε ως τεχνίτης εκεί.
Το 1977 ξεκίνησε τη δική του επαγγελματική δραστηριότητα στον Ταρσανά, η οποία σταματησε δυστυχως με τον θανατο του αφηνοντας ομως μια μεγαλη ιστορια και πολλα απο τα εργαλεια του και τον ιδιο τον χωρο εργασιας του στους Συριανους και που συντομα ισως το δουμε σαν μουσειο.
Ο Ωρολογάς
Ο μαστρο Γιάννης Φουσκής
Γεννήθηκε το 1922 στη Σύρο, ο μαστρο Γιάννης Ζώρζος. Σχεδόν όλη η οικογένειά του ασχολήθηκε με την κατασκευή, επισκευή και ανέλκυση πλοίων. Από 5 χρονών μαθήτευσε στην παραδοσιακή ναυπηγοξυλουργική κοντά στο νονό του, Θανάση Βαλσαμάκη και αργότερα στο Λευτέρη Ωρολογά από τη Σάμο. Στα 13 του φτιάχνει στο σπίτι του την πρώτη βάρκα 3,5 μέτρων και την αγοράζει ο εργοστασιάρχης υφαντουργίας Βελλισαρόπουλος. Την ημέρα δουλειά και το βράδυ νυχτερινό σχολείο. Τεχνίτης αργότερα, περνά στη δούλεψη του Ζαννή Μπουγιούκα και στα 1960 ανοίγει το δικό του καρνάγιο. Μαζί με τα δύο του παιδιά συνεχίζει σήμερα με σήμα κατατεθέν σκαλισμένο στο σκαρί το αστέρι. Στις λάντζες της Μυκόνου που έβγαζαν έξω τον κόσμο από τα πλοία το σκάλιζε στο κοράκι στην πλώρη.
Από τα χέρια του έχουν περάσει πάνω από 900 σκάφη διαφόρων τύπων: τσερνίκια, πασσάρες, κούντουλα, λίμπερτυ, βαρκαλάδες, υδρέικες, τρεχαντήρια.
«Η τέχνη δυστυχώς χάνεται», λέει ο μαστρο Γιάννης.
«Τα νέα παιδιά δε μαθαίνουν την τέχνη. Θέλει μεράκι και φαντασία για να πετύχεις εδώ. Από ανατολή μέχρι δύση βαστά η δουλειά στον ταρσανά. Κάθε ξύλο που μπαίνει στο σκάφος θέλει τη δική του τεχνική. Τα ξύλα είναι ελληνικά πεύκα από Μυτιλήνη, Σάμο και Εύβοια. Η τέχνη είναι και θα είναι οικογενειακή υπόθεση. Τα πράγματα δεν είναι όπως παλαιότερα, γιατί έχει κυριαρχήσει παντού το πλαστικό και το σιδερένιο.»
Με τον μαστρο Γιάννη μαθήτευσαν οι: -Μανώλης Ζώρζος, -Νικόλαος Ζώρζος, -Μανώλης Ζουλουφός, -Ελευθέριος Δεγαϊτης και άλλα παιδιά για μικρότερα χρονικά διαστήματα.
Οι αδερφοι Μαυρίκου. Που ακόμα και σήμερα ασχολουντε με το επαγγελμα αυτό.
Ο Νικος Καραμολεγκος.
Ο μαστρο Θανασης Βλαμης.
Ο Κρεατσουλας
Ο Αναστασιου
Ο Σταμάτης Γρυπάρης και που σήμερα την παράδοση και την Ιστορία συνεχίζουν με το ίδιο μεράκι ο Γεώργιος Γρυπάρης (Μηχανικός) με Συνεργάτες τον Σταμάτη Γρυπάρη και τον Ευάγγελο Γρυπάρη (ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΕΙΟ – ΤΑΡΣΑΝΑΣ – SYROS YACHTING SERVICES -CYCLADES DIESEL MARINEOι περισσοτερες εσωτερικες φωτογραφιες είναι από το τον ταρσανα του Μανωλη Ζουλουφου τον οποίο είχαμε την τιμη και την τυχη να επισκεφτω στο ξεκινημα του αρθρου αυτού.
ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΥΤΟ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΩ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΙΚΟ ΜΟΥ ΦΙΛΟ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΒΟΗΘΟ ΣΕ ΤΕΤΟΙΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΒΑΓΓΕΛΗ ΠΑΡΑΜΑΝΗ ΛΑΤΡΗ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ Για την πολυτιμη φωτογραφηση του στο καρναγιο του Μανωλη Ζουλουφου που είχαμε την τιμη να βρεθοιυμε ξεκινοντας το άρθρο αυτό Οι φωτογραφιες που έβγαλε με το εμπειρο και έξυπνο ναυτικο ματι του είναι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ δικες του.
Πηγές. Οι καραβομαραγκοί της Σύρου, Arxipelagos.com, «Tarsanas Shipyards – φωτογραφικό χρονικό», Ο ταρσανάς και οι καραβομαραγκοί της Σύρας – YouTube Ναυτικά μουσεία Λέσβου, Κρήτης, Σάμου και Χίου. Έρευνες πολλών χρονών, συζητήσεις, εμπειρίες και προσωπικές γνώσεις πάνω στην ναυπηγική και στην ναυτική τέχνη.
Στο φωτορεπορταζ επισηξς υπάρχουν εξαιρετικες φωτογραφίες από τους φωτογράφους Αγγελική Μπρισνόβαλη, Σταυρόπουλος Δημήτρης τις οποιες βρηκα στο ιντερνέτ.ταρσανάς, καρνάγιο, νεόριονεόριο,Σύρος,,καϊκικαρβομαραγλός, καραβομαραγκοί,νεόριοσκάφος,πλοίο.καϊκι

κάρτα

εργαλεία, κατσούνα,,σκεπάρνισκάφος,τρεχαντήρι,πλοίοδικάταρτο, κότερο, καμπίνα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *